← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1176

September 7, 2024

φ
τ
ύ
σ
ε
Ορισμός

φτύσε — β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φτύνω

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Αναφορά ακατάλληλης λέξης