← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #118

October 15, 2021

ο
μ
α
λ
ή
Definition

ομαλή — ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομαλός

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word