← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1187

September 18, 2024

λ
ο
ύ
κ
ι
Definition

λούκι — αγωγός / σωλήνας συγκέντρωσης και απορροής ή αποχέτευσης των νερών της βροχής από τη στέγη ή άλλα σημεία

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word