← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1198

September 29, 2024

μ
π
λ
ο
κ
Definition

μπλοκ — δέσμη χάρτινων φύλλων με ποικίλο περιεχόμενο και για διάφορους σκοπούς, ενωμένων με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορεί κάποιος να κόψει ένα φύλλο από τη δέσμη και να το δώσει σε άλλον

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word