← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #12

July 01, 2021

μ
ύ
η
σ
ή
Definition noun

μύησή — Η μύηση είναι η εισαγωγή κάποιου σε μια ομάδα, τελετή ή γνώση, συνήθως με ειδική διαδικασία.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word