← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1204

October 5, 2024

σ
έ
κ
ο
ς
Ορισμός

σέκος — ξερός, που έχασε τις αισθήσεις του

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Αναφορά ακατάλληλης λέξης