← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1215

October 16, 2024

τ
υ
φ
λ
έ
Definition adjective

τυφλέ — «Τυφλέ» είναι κλητική του «τυφλός» και σημαίνει «εσύ που δεν βλέπεις» (συνήθως ως προσφώνηση/βρισιά).

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word