October 16, 2024
τυφλέ — «Τυφλέ» είναι κλητική του «τυφλός» και σημαίνει «εσύ που δεν βλέπεις» (συνήθως ως προσφώνηση/βρισιά).
View all Ελληνικά words
Report bad word