← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1218

October 19, 2024

γ
ά
ν
ε
ς
Definition

γάνες — ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γάνα

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word