← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1233

November 03, 2024

φ
α
ν
τ
ή
Definition

φαντή — ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαντός

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word