← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1242

November 12, 2024

σ
κ
ά
λ
α
Definition

σκάλα — κλίμακα, μόνιμη πακτωμένη κατασκευή (σχετ. κλιμακοστάσιο), με βαθμίδες (σκαλοπάτια), για άνοδο και κάθοδο

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word