← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1245

November 15, 2024

κ
ώ
λ
ω
ν
Ορισμός

κώλων — γενική πληθυντικού του κώλος

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Αναφορά ακατάλληλης λέξης