← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1263

December 3, 2024

τ
ρ
ά
τ
ο
Ορισμός

τράτο — διάστημα, περιθώριο χρόνου ή απόστασης.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Αναφορά ακατάλληλης λέξης