← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1268

December 08, 2024

π
ό
λ
ο
ς
Definition

πόλος — το καθένα από τα δύο ακρότατα σημεία του άξονα περιστροφής της γης ή άλλου ουράνιου σώματος

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word