← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1272

December 12, 2024

ε
π
ο
χ
ή
Definition noun

εποχή — Χρονική περίοδος ή εποχή του χρόνου με κοινά χαρακτηριστικά (π.χ. εποχή του χρόνου, ιστορική εποχή).

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word