← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1275

December 15, 2024

ο
κ
ν
ό
ς
Definition noun

οκνός — Η τεμπελιά ή η απροθυμία να κάνεις κάτι, ειδικά από βαρεμάρα ή κούραση.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word