← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1277

December 17, 2024

έ
τ
υ
μ
η
Definition

έτυμη — ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έτυμος

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word