← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1283

December 23, 2024

μ
α
σ
κ
έ
Definition

μασκέ — χαρακτηρισμός αποκριάτικης εκδήλωσης όπου οι καλεσμένοι πρέπει να είναι μασκαρεμένοι, να φορούν στολή

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word