← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1310

January 19, 2025

α
γ
λ
α
ή
Definition

αγλαή — ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγλαός

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word