← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1312

January 21, 2025

π
ο
λ
λ
ώ
Definition adverb

πολλώ — Χρησιμοποιείται για να δηλώσει «πολύ/κατά πολύ», δηλ. σε μεγάλο βαθμό (συχνά ως «πολλώ μάλλον»).

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word