← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1317

January 26, 2025

ξ
έ
ν
ο
ι
Definition noun

ξένοι — «Ξένοι» είναι άνθρωποι που δεν είναι από τον ίδιο τόπο/χώρα ή δεν είναι γνωστοί σε εμάς.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word