← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1319

January 28, 2025

γ
ε
ί
σ
α
Definition noun

γείσα — Τα γείσα είναι οι προεξοχές/τελειώματα στη στέγη ή στο πάνω μέρος τοίχου που προστατεύουν από τη βροχή.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word