← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #132

October 29, 2021

λ
ύ
κ
ο
ι
Definition noun

λύκοι — Πληθυντικός του «λύκος»: άγρια σαρκοφάγα θηλαστικά, γνωστά ως λύκοι.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word