← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1339

February 17, 2025

σ
υ
ζ
ε
ί
Definition verb

συζεί — Ζει μαζί με κάποιον/κάποια, συνήθως ως ζευγάρι στο ίδιο σπίτι.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word