← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1350

February 28, 2025

μ
έ
τ
ρ
ο
Definition noun

μέτρο — Μονάδα ή τρόπος μέτρησης (π.χ. μήκους, ποσότητας)· επίσης το «μέτρο» ως κανόνας/όριο.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word