March 2, 2025
ψήφων — Γενική πληθυντικού του «ψήφος»: των ψήφων, δηλ. των ψήφων/ψήφων που δόθηκαν σε ψηφοφορία.
View all Ελληνικά words
Αναφορά ακατάλληλης λέξης