← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1356

March 06, 2025

ο
ύ
ρ
ω
ν
Definition noun

ούρων — Γενική πληθυντικού του «ούρο»· τα ούρα (το υγρό που αποβάλλεται με την ούρηση).

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word