← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1364

March 14, 2025

ρ
ά
φ
ι
α
Definition noun

ράφια — Πληθυντικός του «ράφι»: οι οριζόντιες επιφάνειες σε ντουλάπι ή τοίχο για να βάζουμε/αποθηκεύουμε πράγματα.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word