← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #137

November 03, 2021

ν
ο
η
τ
ά
Definition adverb

νοητά — Με το μυαλό, νοερά· όχι στην πραγματικότητα αλλά ως σκέψη ή φαντασία.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word