← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1372

March 22, 2025

ζ
ο
ύ
ρ
α
Definition noun

ζούρα — Αίσθημα ζάλης/ναυτίας, συνήθως από ποτό ή κούραση.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word