← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1374

March 24, 2025

α
ρ
γ
ί
α
Definition noun

αργία — Η αργία είναι ημέρα που δεν εργάζονται οι άνθρωποι, συνήθως λόγω γιορτής ή επίσημης αργίας.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word