← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1378

March 28, 2025

ι
δ
ί
α
ς
Definition adjective

ιδίας — Θηλυκός τύπος της «ίδιος» σε γενική ενικού ή αιτιατική πληθυντικού: «της/τις δικές της, τις ίδιες».

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word