← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1381

March 31, 2025

ε
ί
χ
ε
ς
Definition verb

είχες — Β΄ ενικό παρατατικού του «έχω»: είχες κάτι στην κατοχή σου ή σε μια κατάσταση στο παρελθόν.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word