← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1384

April 03, 2025

σ
τ
ή
ν
ε
Definition verb

στήνε — Προστακτική του «στήνω»: βάλε κάτι όρθιο ή στήσε/τοποθέτησέ το στη θέση του.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word