April 6, 2025
άλεθε — Προστακτική του «αλέθω»: άλεσε/άλεθε κάτι, δηλ. κάνε το σκόνη ή αλεύρι με άλεσμα.
View all Ελληνικά words
Αναφορά ακατάλληλης λέξης