← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1397

April 16, 2025

ε
ί
ν
α
ι
Definition verb

είναι — Τύπος του ρήματος «είμαι» (γ΄ ενικό ενεστώτα): δηλώνει ότι κάτι υπάρχει ή έχει μια ιδιότητα.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word