← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1399

April 18, 2025

μ
ύ
λ
ο
ι
Definition noun

μύλοι — Πληθυντικός του «μύλος»: μηχανές ή κτίρια που αλέθουν σιτηρά (π.χ. αλευρόμυλοι).

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word