← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1404

April 23, 2025

ί
σ
ο
υ
ς
Definition adjective

ίσους — Τύπος του «ίσος» (αιτιατική αρσενικού πληθυντικού): που είναι ίδιοι σε αξία, μέγεθος ή ποσότητα.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word