← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1407

April 26, 2025

α
χ
ν
έ
ς
Definition

αχνές — ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχνή

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word