← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1413

May 02, 2025

κ
ρ
ί
ν
α
Definition

κρίνα — ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρίνο

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word