May 12, 2025
άσυλα — Πληθυντικός του «άσυλο»: χώροι/ιδρύματα που προσφέρουν προστασία ή φιλοξενία, π.χ. άσυλα ανιάτων ή προσφύγων.
View all Ελληνικά words
Report bad word