← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1433

May 22, 2025

σ
τ
ί
μ
η
Definition

στίμη — ο ατμός ως κινητήρια δύναμη ενός ατμόπλοιου καθώς και (συνεκδοχικά) η ταχύτητα πλεύσης του ατμόπλοιου

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word