← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1436

May 25, 2025

ψ
ε
κ
τ
ά
Ορισμός

ψεκτά — ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψεκτό

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Αναφορά ακατάλληλης λέξης