← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1465

June 23, 2025

μ
ο
ν
έ
ς
Definition

μονές — ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονή

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word