← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1469

June 27, 2025

κ
ο
ά
ξ
ω
Definition

κοάξω — α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοάζω

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word