July 01, 2025
θάψαν — Τρίτο πληθυντικό αορίστου του «θάβω»: έθαψαν, δηλ. έβαλαν κάτι/κάποιον στο χώμα (έκαναν ταφή).
View all Ελληνικά words
Report bad word