← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1473

July 01, 2025

θ
ά
ψ
α
ν
Definition verb

θάψαν — Τρίτο πληθυντικό αορίστου του «θάβω»: έθαψαν, δηλ. έβαλαν κάτι/κάποιον στο χώμα (έκαναν ταφή).

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word