← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1488

July 16, 2025

κ
α
κ
ά
ο
Definition

κακάο — η σκόνη που παίρνουμε με κατάλληλη επεξεργασία από τους σπόρους του κακαόδεντρου

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word