← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #149

November 15, 2021

β
ά
ψ
ε
ι
Ορισμός

βάψει — απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βάφω

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Αναφορά ακατάλληλης λέξης