← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1503

July 31, 2025

ρ
ι
κ
ν
ά
Definition

ρικνά — ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ρικνός

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word