← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1510

August 07, 2025

π
ό
σ
τ
α
Definition noun

πόστα — Η πόστα είναι η θέση ή το πόστο κάποιου, ιδίως στη δουλειά ή σε υπηρεσία.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word