← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1516

August 13, 2025

ρ
η
τ
ό
ς
Definition

ρητός — που έχει ειπωθεί, που έχει ορισθεί κατηγορηματικά και με σαφήνεια

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word